Arthur Rimbaud - Une saison en enfer - 013 - Délires - II - Alchimie du verbe 02 (Greek translation)

French

Une saison en enfer - 013 - Délires - II - Alchimie du verbe 02

Loin des oiseaux, des troupeaux, des villageoises,
Que buvais-je, à genoux dans cette bruyère
Entourée de tendres bois de noisetiers,
Dans un brouillard d’après-midi tiède et vert !
 
Que pouvais-je boire dans cette jeune Oise,
— Ormeaux sans voix, gazon sans fleurs, ciel couvert ! —
Boire à ces gourdes jaunes, loin de ma case
Chérie ? Quelque liqueur d’or qui fait suer.
 
Je faisais une louche enseigne d’auberge.
Un orage vint chasser le ciel. Au soir
L’eau des bois se perdait sur les sables vierges,
Le vent de Dieu jetait des glaçons aux mares ;
 
Pleurant, je voyais de l’or — et ne pus boire. —
 
Submitted by Guernes on Fri, 03/11/2017 - 20:39
Last edited by Guernes on Thu, 09/11/2017 - 17:48
Align paragraphs
Greek translation

Παραληρημα - ΙΙ - Η αλχημεια του λογου 02

Πολύ πιο μακριά κι απ΄ τα πουλιά, τις αγέλες και τις χωριατοπούλες
Τι να’ πια άραγε, στα ρείκια που γονάτισα
Με ιτιές άγουρες τριγυρισμένος
Καταμεσής μιας πράσινης και χλιαρής απογευματινής ομίχλης;
 
Τι θα μπορούσα να ρουφήξω απ’ το νεαρό πουλί
-Φτελιές δίχως φωνή, λιβάδια δίχως άνθους, συννεφιασμένος ουρανός!
Να μεθύσω με τούτες τις κιτρινισμένες κολοκύθες,
Μακριά απ΄ την καλύβα Αγάπη μου; λίγο χρυσό πιοτό σε κάνει να ιδρώνεις.
 
Ως πανδοχείου έμοιαζα φτηνό σημάδι
-Το βράδυ, μια θύελλα δάγκασε τον ουρανό.
Οι χυμοί των δένδρων στέγνωσαν σε αμμουδιές παρθένες,
Και ο αέρας του Θεού πάγωσε τις λίμνες
 
Κλαίγοντας, αντίκρισα το χρυσό, – να το γευτώ όμως αδύνατο.
 
© Christian Guernes
Submitted by Guernes on Fri, 15/12/2017 - 18:39
Comments